Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Η Όραση και ο τρόπος που "βλέπουμε" τον κόσμο


από την Γεωργία Τσιώρου

Ο τρόπος που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε τον περιβάλλοντα κόσμο επηρεάζεται από το τι γνωρίζουμε ή το τι πιστεύουμε. Βλέπουμε μόνο ότι κοιτάμε. Το να κοιτάμε είναι μία πράξη επιλογής και ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας πράξης, αυτό που βλέπουμε έρχεται κοντά μας. Ποτέ δεν κοιτάμε ένα και μόνο πράγμα, κοιτάμε πάντα τη σχέση ανάμεσα στα πράγματα και τον εαυτό μας. Η όρασή μας ενεργεί συνεχώς, κινείται συνεχώς, συγκρατεί τα πράγματα σ' έναν κύκλο γύρω της, συνιστώντας αυτό που είναι παρόν για μας όπως είμαστε.

Από τη στιγμή που μπορούμε να δούμε, συνειδητοποιούμε ότι επίσης μπορεί να μας βλέπουν. Το μάτι του άλλου συνδυάζεται με το δικό μας μάτι για να μας φανερώσει ότι αποτελούμε μέρος του ορατού κόσμου. Η αμοιβαία φύση της όρασης είναι περισσότερο θεμελιακή από εκείνη του προφορικού λόγου. Ο διάλογος είναι μια απόπειρα να εκφράσουμε λεκτικά το πώς «βλέπουμε τα πράγματα» και να ανακαλύψουμε πώς «ο άλλος βλέπει τα πράγματα». Ο σουρεαλιστής ζωγράφος Magritte σχολίασε το πανταχού παρόν χάσμα μεταξύ λέξεων και όρασης σ' ένα πίνακά του που ονομάζεται «Το κλειδί των Ονείρων».

Τα δικά μας μάτια έχουν ξεχωριστούς μηχανισμούς που συγκεντρώνουν το φως, απομονώνουν τις σημαντικές ή καινοφανείς εικόνες, τις εστιάζουν με ακρίβεια, τις εντοπίζουν στο χώρο και τις παρακολουθούν, λειτουργούν δηλαδή σαν στερεοσκοπικά κυάλια κορυφαίας ποιότητας. Αντίθετα τα μάτια των ζώων ποικίλουν ανάλογα τη χρήση τους. Για παράδειγμα η ύαινα έχει τα μάτια στο πλάι του κεφαλιού, επειδή χρειάζεται περιφερειακή όραση για να εντοπίζει ό,τι την πλησιάζει από τα νώτα της. Οι μύγες έχουν «σύνθετα μάτια», ένα συγκρότημα απλών ματιών (ομματιδίων) που συλλειτουργούν ως ενότητα. Αν είχαμε τα μάτια μιας μύγας, θα βλέπαμε στην τηλεόραση ξεχωριστές διαδοχικές εικόνες, αφού η τηλεόραση εμφανίζει 25 εικόνες ανά δευτερόλεπτο, κάτι που για το μάτι της μύγας, με την ταχύτατη σάρωσή του, είναι πολύ αργό.

Ζώα με μάτια σαν και τα δικά μας αποτελούν λιγότερο από το 6% του ζωικού βασιλείου. Περισσότερα από 77% είναι έντομα και οστρακόδερμα με σύνθετα μάτια. Πολλά πλάσματα βασίζονται στην όραση πολύ λιγότερο από μας (π.χ. οι νυχτερίδες και τα δελφίνια). Πολλά θηλαστικά ζουν σε έναν κόσμο μυρωδιών παρά εικόνων. Μοιραζόμαστε τη μεγαλύτερη εξάρτησή μας από την όραση, σε σύγκριση με την όσφρηση, με τα άλλα πιθηκοειδή. Από όλα τα σπονδυλωτά τα πουλιά είναι αυτά που εξαρτώνται από την όραση πιο πολύ.

Κανένα πλάσμα δεν μπορεί να δει λεπτομέρειες στο σκοτάδι, αλλά μερικά άλλα πλάσματα έχουν πολύ καλύτερη «βραδινή όραση» από εμάς (π.χ. οι αλεπούδες, οι γάτες κι οι κουκουβάγιες). Πλάσματα με καλή νυχτερινή όραση έχουν κατά κανόνα το ανακλαστικό «γυάλισμα του ματιού» που παρατηρούμε συχνά. Είναι αυτό που τους επιτρέπει να εκμεταλλεύονται οποιοδήποτε φως υπάρχει. Οι κουκουβάγιες είναι ευαίσθητες σε χαμηλές εντάσεις φωτός, 50 έως 100 φορές περισσότερο από την αβοήθητη ανθρώπινη νυκτερινή όραση. Τα μάτια της γάτας συλλαμβάνουν 50% περισσότερο φως από τα δικά μας και τη νύχτα είναι 8 φορές πιο ευαίσθητα από τα δικά μας. Αλλά η όρασή τους αυτή συμπληρώνεται κατά κανόνα από άλλες αισθήσεις. Κι ακόμη μέσα στην όραση, η κίνηση για μερικά πλάσματα είναι πρωταρχική, όπως τα μάτια της μέλισσας και του βατράχου που είναι πολύ ευαίσθητα στην κίνηση.

Η διαδικασία της όρασης ξεκίνησε πολύ απλά. Στις θάλασσες της αρχικής δημιουργίας, οι διάφορες μορφές ζωής ανέπτυξαν αχνές οπτικές κηλίδες ευαίσθητες στο φως. Διέκριναν το φως από το σκοτάδι, καθώς επίσης και την κατεύθυνση της φωτεινής πηγής. Οι εν λόγω ικανότητες αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμες, ώστε το μάτι κατέληξε να διακρίνει κίνηση, ύστερα σχήμα και τέλος ένα εκπληκτικό σύμπλεγμα λεπτομερειών και χρωμάτων. Επομένως το μάτι το μόνο που κάνει είναι να συγκεντρώνει το φως (βάση αυτής της πληροφορίας επινοήσαμε τη φωτογραφική μηχανή που λειτουργεί ακριβώς σαν το μάτι μας).

Το οπτικό σύστημα του ανθρώπου περιλαμβάνει το μάτι και τις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται μ' αυτό. Το μάτι είναι σχεδόν σφαιρικό και έχει πάρα πολλές ομοιότητες με μια φωτογραφική μηχανή. Η διάμετρός του είναι περίπου 25 χιλιοστά του μέτρου και το τοίχωμά του αποτελείται από τρεις χιτώνες. Ένα τμήμα του πρώτου χιτώνα είναι ο γνωστός μας κερατοειδής που είναι μια σκληρή διαφανής μεμβράνη, η οποία προκαλεί την πρώτη διάθλαση των φωτεινών ακτινών. Στη συνέχεια οι ακτίνες αυτές περνούν μέσα από ένα διάφραγμα με μία κυκλική οπή στο κέντρο του, που ονομάζεται κόρη. Το διάφραγμα είναι το μπροστινό μέρος του δεύτερου χιτώνα (χοριοειδής) και ονομάζεται ίριδα. Η ίριδα μπορεί να συστέλλεται και να διαστέλλεται ρυθμίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ποσότητα του φωτός που εισέρχεται στο μάτι (στην πραγματικότητα είναι ένας μυς). Το φως μετά από τον κερατοειδή χιτώνα περνά μέσα από το υδατοειδές υγρό και φτάνει στο φακό του ματιού. Πίσω από το φακό βρίσκεται το μεγαλύτερο τμήμα του ματιού, το οποίο είναι γεμάτο με το υαλώδες σώμα, δηλαδή ένα διαφανές πυκνό υγρό, που βοηθάει το μάτι να διατηρεί το σχήμα του.

Στο πίσω μέρος του ματιού είναι ο τρίτος χιτώνας, ο γνωστός σε όλους αμφιβληστροειδής, ο οποίος περιέχει τα φωτοευαίσθητα κύτταρα, που ονομάζονται κωνία και ραβδία, και τα οποία μετατρέπουν τη φωτεινή ενέργεια σε σήμα που μεταφέρεται με το οπτικό νεύρο στον εγκέφαλο. Χρειαζόμαστε δύο είδη επειδή ζούμε σε δύο κόσμους, το σκοτάδι και το φως. Εκατόν είκοσι πέντε εκατομμύρια ραβδία ερμηνεύουν το αμυδρό φως και αναφέρουν σε μαύρο / άσπρο. Επτά εκατομμύρια κωνία ανιχνεύουν τη φωτεινή, έγχρωμη μέρα. Υπάρχουν τριών ειδών κωνία που εξειδικεύονται στο γαλάζιο, το κόκκινο και το πράσινο. Από κοινού, τα ραβδία και τα κωνία, επιτρέπουν στο μάτι ν' αντιδρά γρήγορα στην εναλλαγή σκηνικού. Η πιο ευαίσθητη περιοχή του αμφιβληστροειδούς ονομάζεται ωχρή κηλίδα και βρίσκεται λίγο πάνω από το σημείο στο οποίο ενώνεται ο αμφιβληστροειδής με το οπτικό νεύρο και δεν έχει ούτε ραβδία ούτε κωνία - δεν αντιλαμβάνεται το φως- και ονομάζεται «τυφλό σημείο».

Επομένως ο αμφιβληστροειδής, ως αποδέκτης του φωτός, στο σύνολο της έκτασής του είναι εντελώς ανομοιόμορφος. Σκοπός της όρασης καθ' εαυτού είναι να εισφέρει πληροφορίες στον εγκέφαλο, πληροφορίες για τον εξωτερικό κόσμο και εμείς από την πλευρά μας χρησιμοποιούμε την όραση με τρόπο που να μεγιστοποιεί τις επιθυμητές λεπτομέρειες και να ελαχιστοποιεί τις ανεπιθύμητες.

Μια εικόνα επίσης δεν είναι μόνο απλή όραση. Η οπτική απεικόνιση, αν την προσεγγίσουμε από την πλευρά της Ψυχολογίας, είναι κάτι σαν παγίδα συναισθημάτων και προκαταλήψεων. Με το μάτι του νου μας, την αφηρημένη τούτη έδρα της απεικόνισης, βλέπουμε τον αγαπημένο μας, νιώθουμε τη γεύση του φιλιού του. Αν περάσει φευγαλέα από το μυαλό μας, περνούν μαζί του και διάφορες σκέψεις. Αν όμως τον δούμε πραγματικά, σαν να βρίσκεται μπροστά μας, μας πλημμυρίζει συγκίνηση. Μια φωτογραφία μπορεί να μας θυμίσει μια ολόκληρη κατάσταση που είχαμε ζήσει στο παρελθόν. Κοιτώντας μια κατάφυτη λοφοπλαγιά θα θυμηθούμε την ευωδιά του χορταριού, την υγρή αίσθησή του, το θρόισμά του στο φύσημα του ανέμου και ένα σωρό άλλες αναμνήσεις σχετικές με το χορτάρι. Όταν βλέπουμε ένα αντικείμενο, ολόκληρο το φάσμα των αισθήσεων ξυπνά, για να εκτιμήσει τη νέα εικόνα. Παρόλο που όλοι κοιτάμε την ίδια εικόνα, οι παράγοντες του εγκεφάλου την αξιολογούν καθένας από τη δική του άποψη και ο καθένας τελικά βλέπει κάτι διαφορετικό. Και οι άλλες αισθήσεις μας μπορούν να ξυπνούν αναμνήσεις και συναισθήματα, αλλά το μάτι είναι ιδιαίτερα ικανό στη συμβολική, αποφθεγματική, πολυπρόσωπη αντίληψη.

Καταλήγοντας στο συμπέρασμα λοιπόν ότι δεν βλέπουμε με τα μάτια μας αλλά με τον εγκέφαλό μας, μια εικόνα που σχηματίζεται από έναν φακό ή μια σκηνή στο περιβάλλον μας δεν είναι ότι βλέπουμε, γιατί η «προσοχή» μας είναι σε ένα μέρος της σκηνής ή είμαστε φορτισμένοι συναισθηματικά με αυτό που βλέπουμε.

Η όραση είναι εξαιρετικά επιλεκτική και καθοδηγείται από ό,τι ο παρατηρητής θέλει να δει. Η όραση μπορεί να θεωρηθεί σαν σχηματισμός εικόνων, με το μάτι ως όργανο ανομοιόμορφο και ατελές. Από την άλλη μπορεί να θεωρηθεί ως μηχανισμός συλλογής και επαλήθευσης πληροφοριών για τη συμπλήρωση μιας υπάρχουσας εικόνας, όπου το μάτι αποδεικνύεται θαυμαστό όργανο. Επομένως ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε στην πράξη τις ικανότητες και τις ευαισθησίες του ματιού μας, αποτελεί ένα πολυσύνθετο μείγμα προθέσεων, ενδιαφερόντων και επιθυμιών. Οι «αντιλήψεις» μας κατασκευάζονται (ή ανακατασκευάζονται) από ένα πλήθος τεμαχισμένων πληροφοριών, κάποιες από τις οποίες είναι χωρικά οργανωμένες (π.χ. μια άμεση αποτύπωση από θέσεις στο περιβάλλον, σε θέσεις στον εγκέφαλο) και κάποιες από τις οποίες οργανώνονται σύμφωνα με άλλες ιδιότητες των ερεθισμάτων (π.χ. χρώμα, προσανατολισμός, υφή, κίνηση κ.λ.π.).

Εντούτοις ακόμη και οι άνθρωποι που δεν έχουν την ικανότητα να βλέπουν καθόλου, τυφλοί είτε εκ γενετής είτε έπειτα από κάποιο ατύχημα, μπορούν να δημιουργούν νοητικές εικόνες για τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου. Ορισμένα μάλιστα εξαιρετικά προικισμένα τυφλά άτομα κατάφεραν να διαπρέψουν ακόμη και στις εικαστικές τέχνες.

Η πιο διάσημη, αλλά καθόλου μοναδική, περίπτωση είναι αυτή του Τούρκου ζωγράφου Esref Armagan, ο οποίος κατάφερε να αποτυπώσει στα εντυπωσιακά έργα του (ζώα, τοπία, πορτρέτα) τις πολύ ιδιαίτερες εντυπώσεις που του γεννά η επαφή του με τον περιβάλλοντα κόσμο, έναν κόσμο που του είναι αδύνατον να «δει», αφού είναι εκ γενετής τυφλός. Ο Esref διαμόρφωσε με τα χρόνια μια προσωπική και πρωτότυπη τεχνική, στην οποία τα χέρια, και συνεπώς η αφή, έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Πράγματι, χρησιμοποιεί τα χέρια στη θέση των πινέλων για να απλώνει τα χρώματα και κυρίως για να έχει, μέσω της αφής, μια άμεση τοπολογική αίσθηση της ανάπτυξης του έργου πάνω στον καμβά. Χάρη στα χέρια του μπορεί να αντιλαμβάνεται τον ίδιο κόσμο που οι άλλοι ζωγράφοι βλέπουν με τα μάτια τους.

Συνεπώς, γεννημένοι μέσα σε ένα περίπλοκο οπτικά κόσμο, μαθαίνουμε σταδιακά να διαλευκάνουμε ότι βλέπουμε, με τα μέσα όλων των αισθήσεών μας, ενώ η όραση προοδευτικά παίρνει τη θέση των άλλων αισθήσεων για τα αντικείμενα που βρίσκονται σε απόσταση ή όχι. Όπως ορθά αναφέρει και ο Σωκράτης «Η όρασης του μυαλού αρχίζει να γίνεται οξεία , όταν η όρασης των ματιών χάνει την δύναμη της».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου