Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Νόαμ Τσόμσκι - Ένας σύγχρονος γλωσσολόγος


από την Γεωργία Τσιώρου

Ο Νόαμ Τσόμσκι (Avram Noam Chomsky) είναι Αμερικανός καθηγητής στο Τμήμα Γλωσσολογίας και Φιλοσοφίας του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (MIT). Έχει συγγράψει πλήθος βιβλίων και άρθρων, ενώ έχει δώσει και εκτενείς διαλέξεις πάνω σε ένα ευρύτατο φάσμα θεμάτων τα οποία περιλαμβάνουν τη γλωσσολογία, τη φιλοσοφία και την ιστορία της διανόησης. Επίσης ο Τσόμσκι έχει πλούσιο ιστορικό πολιτικού ακτιβισμού από τη δεκαετία του '60 κι έπειτα, με πληθώρα βιβλίων τα οποία επικρίνουν κυρίως την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, ενώ με δήλωσή του τοποθέτησε ιδεολογικά τον εαυτό του στον αναρχικό χώρο, αν και κατά καιρούς έχουν σχολιαστεί οι φιλελεύθερες καταβολές της πολιτικής του σκέψης.

Ο ιδρυτής της Γενετικής Μετασχηματικής Γραμματικής Νόαμ Τσόμσκι, γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια των ΗΠΑ το 1928. Θεωρείται ο πιο σημαντικός θεωρητικός γλωσσολόγος του εικοστού αιώνα, ισάξιος τουλάχιστον του Φερντινάν ντε Σωσύρ. Αν μια πολύ σημαντική συμβολή του Σωσύρ ήταν να δείξει τη σπουδαιότητα της μελέτης της γλώσσας αυτής καθ' αυτής, καθώς και το γεγονός ότι ανήγαγε τη γλωσσολογία σε κλάδο καίριο και αυτόνομο, ο Τσόμσκι προχώρησε ακόμη περισσότερο, αποδεικνύοντας ότι η κατανόηση της ανθρώπινης γλώσσας συμβάλλει κατά πολύ στην κατανόηση της ανθρώπινης φύσης.

Γι΄ αυτό οι θέσεις του προκάλεσαν επανάσταση, όχι μόνο στο χώρο της γλωσσολογίας, αλλά και σε όλους τους ανθρωπιστικούς κλάδους, ιδιαίτερα σ΄ αυτούς της ψυχολογίας και της φιλοσοφίας.

Ο πατέρας του, γνωστός ιστορικός γλωσσολόγος της Εβραϊκής, τον έφερε σε πρώτη επαφή με τη γλωσσολογία. Στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και πολιτικών επιστημών. Κατόπιν εμβάθυνε στη γλωσσολογία, τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία. Από το 1955 διδάσκει στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης.

Από τα πρώτα του βήματα ο Τσόμσκι τοποθετείται σε δύο διαφορετικές γλωσσολογικές προσεγγίσεις: την ιστορικοσυγκριτική, απ΄ τον πατέρα του, και την ακραία μορφή του αμερικανικού δομισμού, απ΄ τον καθηγητή γλωσσολογίας Χάρις. Η θεωρία την οποία διαμόρφωσε ο ίδιος δείχνει καθαρά την επίδραση των δύο αυτών κατευθύνσεων. Απ΄ την ιστορική γλωσσολογία παίρνει την τάση να αναζητά τις βαθύτερες αιτίες των φαινομένων της γλώσσας, ενώ από το δομισμό δέχεται την αρχή ότι η γλώσσα λειτουργεί ως αυστηρά καθορισμένο σύστημα. Αντίθετα από το δομισμό, ο Τσόμσκι δεν αρκείται στο να περιγράψει τα χαρακτηριστικά της μορφής και της κατανομής των γλωσσικών στοιχείων, αλλά ζητά να εξηγήσει γιατί η γλώσσα έχει τις ιδιότητες που έχει. Η εξήγηση που θα τον ικανοποιήσει δεν είναι ιστορική αλλά ψυχολογική. Η επίμονη αναζήτηση της βαθύτερης φύσης της γλώσσας και η πεποίθηση πως η ερμηνεία της ανάγεται στην ψυχολογία και τελικά στη βιολογία είναι που χαρακτηρίζουν σταθερά το γλωσσολογικό του έργο, από την πρώτη παρουσίαση της θεωρίας «Συντακτικές Δομές» (1957) έως την πιο πρόσφατη σύνθεσή της, τη γνωστή ως «Θεωρία Αρχών και Παραμέτρων».

Κατά τον Τσόμσκι, η ικανότητα της ανθρώπινης γλώσσας είναι μια ικανότητα είδους, δηλαδή διαφοροποιείται ελάχιστα μεταξύ των ανθρώπων και είναι, από βιολογική άποψη, απομονωμένη. Οι πιο στοιχειώδεις ιδιότητές της (σημασιολογικές, συντακτικές κτλ) δεν εντοπίζονται σε άλλα είδη. Επιπλέον, αναπτύχθηκε πολύ πρόσφατα, προφανώς κατά τη διάρκεια των τελευταίων μερικών εκατοντάδων χιλιετιών, εκατομμύρια έτη μετά το διαχωρισμό μας από τα θηλαστικά. Η ανθρώπινη γλώσσα εξηγεί σε σημαντικό βαθμό το γιατί οι άνθρωποι είναι το μόνο είδος με ιστορία, πολιτισμική ποικιλία οποιασδήποτε πολυπλοκότητας και σε τεράστιους αριθμούς κατά τα πολύ πρόσφατα χρόνια.

Η θεωρία του Τσόμσκι χαρακτηρίζει τυπολογικά μια ανθρώπινη γλώσσα, δηλαδή ξεχωρίζει με ακρίβεια την ομάδα των γραμματικών διαδικασιών που υπάρχουν σε μια γλώσσα. Αυτός ο χαρακτηρισμός ονομάζεται Οικουμενική Γραμματική, μια γραμματική που καθορίζει τα τυπολογικά όρια, που μέσα τους μπορούν να λειτουργήσουν όλες οι γλώσσες του κόσμου. Η Οικουμενική Γραμματική περιέχει μια σειρά από αρχές και διαδικασίες που έχουν οικουμενική ισχύ, δηλαδή εφαρμόζονται σ΄ όλες τις γλώσσες της υφηλίου, από τα Αλβανικά έως τα Τούρκικα και τις γλώσσες της Μογγολίας.

Ο Τσόμσκι παρατηρεί ότι η γλώσσα αναπτύσσεται στο παιδί πολύ πριν τις άλλες διανοητικές λειτουργίες, ανεξάρτητα από το βαθμό ευφυΐας και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες, και φαίνεται να περνά για όλα τα παιδιά από τα ίδια στάδια εξέλιξης. Αυτό δείχνει ότι η γλώσσα δε διδάσκεται στο παιδί όπως διδάσκονται οι επίκτητες ικανότητες (π.χ. η γραφή), αλλά καθοδηγείται από εσωτερικές δυναμικές, οι οποίες διαμορφώνονται μόνο ως προς τις επιφανειακές τους λεπτομέρειες από τη γλώσσα του περιβάλλοντος. Η γλώσσα λοιπόν δε μαθαίνεται εμπειρικά αλλά ξεκινά από μια έμφυτη, γενετικά δοσμένη μορφή που είναι κοινή σ΄ όλο το ανθρώπινο γένος. Ο Τσόμσκι χαρακτηρίζει τη γλωσσική ιδιότητα σαν μια όψη της ανθρώπινης φύσης. Η ανθρώπινη φύση με τη σειρά της χαρακτηρίζεται σαν ένα σύνολο από γλωσσικές ικανότητες «φυτεμένες» εκ γενετής στη νόηση, σαν ένα σύνολο από άλλες γνωστικές ικανότητες που, μια και είναι φυτεμένο μέσα της, αναπτύσσει ένα είδος ανοσίας στις περιβαλλοντικές επιδράσεις.

Εδώ φαίνεται ο Πλατωνισμός του Τσόμσκι. Ο ίδιος μας λέει πως η γλωσσική του θεωρία είναι μέρος του προβληματισμού του Πλάτωνα. Ο τελευταίος αναρωτιέται πώς ξέρουμε τόσα πολλά, αφού η εμπειρία μας είναι τόσο περιορισμένη. Στην ουσία είναι ένα ερώτημα που σχετίζεται με το «θαύμα» της κατάκτησης της γλώσσας από ένα παιδί τριών χρονών που δεν έχει εκτεθεί ακόμα σε αρκετά γλωσσικά ερεθίσματα. Παρόλα αυτά το παιδί κατορθώνει να μαθαίνει και να δομεί τη γραμματική της μητρικής του γλώσσας μέσα σ΄ ένα φτωχό κάδρο γλωσσικής εμπειρίας. Ο Τσόμσκι έθεσε το ζήτημα αυτής της έμφυτης γνώσης πάνω στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Ο άνθρωπος μαθαίνει επειδή το νευρικό του σύστημα είναι οργανωμένο για τέτοια μάθηση. Έχει απορρίψει τον εμπειρισμό αλλά και τον καρτεσιανό δυϊσμό «πνεύμα- σώμα» και πιστεύει πως η γλωσσική ικανότητα και γνώση είναι μια βιολογικά καθορισμένη δομή κι ότι αυτό που ονομάζουμε γλώσσα, προτάσεις κλπ δεν είναι παρά μια έκφραση αυτής της δομής του εγκεφάλου.

Αντίθετα, πολλοί ψυχολόγοι της συμπεριφοράς ισχυρίζονται πως το μυαλό του παιδιού είναι λευκό χαρτί, tabula rasa όπως λέγεται, στο οποίο γράφονται τα πάντα από τη γέννηση και μετά. Απαντώντας ο Τσόμσκι και δίνοντας μια κοινωνική χροιά στη θεωρία του, λέει πως, αν πραγματικά ο άνθρωπος είναι ένα ολότελα σφυρηλατημένο ον, δίχως έμφυτες δομές στη νόησή του και χωρίς εσώτατες ανάγκες κοινωνικής και εκπολιτιστικής υφής, τότε του αξίζει να γίνει αντικείμενο «συμπεριφεριακού πειραματισμού» από την Κρατική εξουσία, από το Διαχειριστή Μεγαλοεπιχείρησης, από τον Τεχνοκράτη ή την Κεντρική Επιτροπή. Όσοι εμπιστεύονται το ανθρώπινο είδος εύχονται τα πράγματα να μην πάρουν τέτοια τροπή και θα προσπαθήσουν να εντοπίσουν τα βαθύτερα εσωτερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, που θα μας εφοδιάσουν μ΄ ένα πλαίσιο για πνευματικό ξετύλιγμα, για ανάπτυξη ηθικής συνείδησης, για εκπολιτιστικές δημιουργίες και για συμμετοχή σε μια ελεύθερη, ανθρώπινη κοινωνία. Λέει χαρακτηριστικά πως όπως μελετάμε το φάσμα των ανθρώπινων γλωσσών με κάποια επιτυχία, ίσως να μπορέσουμε να μελετήσουμε τις μορφές της καλλιτεχνικής έκφρασης ή ακόμα και την επιστημονική γνώση που έπλασε ο άνθρωπος ή τη γκάμα των ηθικών συστημάτων και των κοινωνικών δομών όπου ο άνθρωπος ζει και ενεργεί. Σκέπτεται πως θα μπορούσαμε να προβάλλουμε ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, που κάτω από δοσμένους όρους υλικού και πνευματικού πολιτισμού θ΄ αγκάλιαζε τη θεμελιακή ανθρώπινη ανάγκη για πρωτοβουλία, για δημιουργική δραστηριότητα, γι΄ ανθρώπινη αλληλεγγύη και για την πραγμάτωση του κοινωνικού δικαίου.

Για τον Τσόμσκι η έμφυτη γλωσσική ικανότητα είναι απόκτημα όλων των ανθρώπων, όχι το απόκτημα μιας φυλής, ενός έθνους, μιας τάξης ή ενός άνδρα ή μιας γυναίκας. Η Οικουμενική Γραμματική είναι σαν τα πόδια, τα μάτια, την καρδιά κάθε ανθρώπου πάνω στη φλούδα της Γης. Η Οικουμενική Γραμματική ενώνει την ανθρωπότητα, δεν τη διαιρεί. Το κάθε άτομο μπορεί, χρησιμοποιώντας μέσα που στη βάση τους είναι κοινά για όλους του ανθρώπους, να εκφράσει τη δική του μοναδική προσωπικότητα.

Καταλήγοντας και ανακεφαλαιώνοντας μπορούμε να πούμε πως το κεντρικό ενδιαφέρον του Τσόμσκι είναι ο άνθρωπος και η θέση του μέσα στη φύση και την κοινωνία। Απ΄ τον ανθρωποκεντρισμό του πηγάζουν όλες οι δραστηριότητές του σε διάφορους τομείς. Ανάλογα με τον τομέα οι σχολιαστές αξιολογούν το έργο του Τσόμσκι διαφορετικά. Στη γλωσσολογία, κατά τον Λύονς, η μεγαλύτερη προσφορά του Τσόμσκι είναι η μελέτη των τυπικών μαθηματικών ιδιοτήτων της γλώσσας. Κατ΄ άλλους, η συμβολή του έγκειται στο ότι αποσύνδεσε τη γλωσσολογία από τον εμπειρισμό και την επανασύνδεσε με την ψυχολογία και την καθολική γραμματική. Χάρη στον Τσόμσκι έχει δημιουργηθεί ένας νέος, πολύ δυναμικός και δημιουργικός κλάδος, η Ψυχογλωσσολογία, που μελετά τη σχέση ψυχολογίας και γλώσσας. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, ο Τσόμσκι απορρίπτει το λογικό θετικισμό των γλωσσολόγων φιλοσόφων, που βασίζεται στον εμπειρισμό, επιστρέφει στη νοησιοκρατία του Καρτέσιου αλλά δε δέχεται τον καρτεσιανό διαχωρισμό ανάμεσα στο πνεύμα και το σώμα. Για τον Τσόμσκι ό,τι ονομάζουμε πνεύμα ή πνευματική ιδιότητα πρέπει τελικά να ανάγεται στις βιολογικές ιδιότητες του ανθρώπινου νου. Η θέση του σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος γεννιέται μ΄ έμφυτη γνώση τον φέρνει κοντά στον Πλάτωνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου